Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Μαρτυρίες και ανταποκρίσεις (14)


¨       Μαρτυρία του Γ.Ν. Τολίδη ἀπό τό ἄρθρο του: Ἡ συμβολή τῆς Θράκης στούς ἀγῶνες καί θυσίες τοῦ Ἔθνους – Τό Μεγάλο Ζαλούφι τῆς Ἀδριανουπόλεως, Θρακικά,  Σειρά Δευτέρα, Τόμος Τρίτος, Ἀθῆναι 1980–1981

Πῶς ἐφύγαμεν ἀπό τήν Ἀνατολική Θράκη

Σεπτέμβριος τοῦ 1922. Τό Μεγάλο Ζαλούφι, ἕνα χωριό τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης γνωστό γιά τά πολλά κρασιά του, μετά τό πανηγύρι τ' Ἅι-Γιάννη βυθίζεται στή σιωπή. Στήν πλατεῖα, στά καφενεῖα, παντοῦ ὅπου ἄλλοτε οἱ τουφεκιές, τώρα μαζεμένοι οἱ χωριανοί σκεπτικοί, μελαγχολικοί, μιλᾶνε μέ πόνο γιά τά ἀτυχήματα τοῦ μετώπου, γιά τήν καταστροφή τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί ἀκόμα γιά τήν ἐγκατάλειψη τῆς Θράκης. Σκόπιμα ἐπιχειροῦν νά διαψεύσουν μερικοί, ἀλλά μάταια.
Ἀπό τήν Ἀδριανούπολι ἔρχονται κακά μαντάτα. Ἀπό τήν Μακρά Γέφυρα περνοῦν τά τραῖνα μέ Μικριασιᾶτες ἀδελφούς. Πᾶνε τά ψέματα. Ἐχάθη ἡ Ἰωνία! Καί γιά τή Θράκη; Μ' αὐτό τό μεγάλο ἐρωτηματικό στήν ὄψι οἱ χωριανοί μου τρυγοῦν τ' ἀμπέλια, πατοῦν τά σταφύλια, ἐνῷ κάθε εἴδηση ἔρχεται χειρότερη. Ἀπό τό δημόσιο δρόμο Ἀδριανουπόλεως περνοῦν ἁμάξια φορτωμένα. Εἶναι Σαράντα Ἐκκλησιῶτες, Σκοπιανοί, Βαβασκιανοί, πού ἀφῆκαν τά χωριά τους καί κατευθύνονται γιά τόν Ἕβρο. Μόνον οἱ Ζαλουφιῶτες δέν θέλουν νά πιστέψουν στήν σκληρή αὐτή καταδίκη. Ἑλπίζουν, λες, στόν ἀπό μηχανῆς Θεό. Ἀλλά τοῦ κάκου! Ἕνα ἀπόγευμα ἀρχίζει τό φόρτωμα τῶν ἁμαξιῶν.
Πολύ νύχτα τήν ἄλλη μέρα βρέθηκα μπρός στό φορτωμένο ἁμάξι. Οἱ ἄλλοι σπιτικοί εἶχαν φύγει μέ τούς γείτονές μας. Θυμᾶμαι τήν ὥρα πού θά ξεκινούσαμε, ὁ καϋμένος ὁ πατέρας ἐκοίταζε μιά τό σπίτι, τήν αὐλή, ἔπειτα ἔσκυψε τό κεφάλι καί ἔκλαψε. Τί ἄραγε νά ἐσήμαινε τό γεροντικό ἐκεῖνο κλάμα; Τόν χωρισμό τῆς πατρικῆς του γωνιᾶς ὅπου ἔζησε κι' ἐμεγάλωσε ἤ τόν χωρισμό τῆς νεκρῆς μάνας μου πού πρίν λίγα χρόνια μαζύ μέ ἄλλους χωριανούς εἶχε σφαγεῖ τόσο ἄγρια ἀπ' τούς ἐχθρούς.;
Ἴσως καί τά δύο. Ξεκινήσαμε. Πρώτη φορά ἔνοιωσα τόσο ἄγριο τό χωριό. Τά σπίτια τῆς γειτονιᾶς πού ἄλλοτε ἦταν ἡ χαρά μου, τώρα σκοτεινά, ἔρημα, μοῦ φάνηκαν τρομαχτικά σάν βρυκολακιασμένα. Ἀπό μερικούς δρόμους ἀκούονται ἁμάξια. Ἀλλοῦ οὐρλιάζουν σκυλιά πού ἔχασαν ἴσως τούς ἀφέντες των ἤ πού ἔνοιωσαν τή συμφορά τοῦ χωριοῦ. Τά μαγαζιά, τά σπίτια, ἡ πλατεῖα, ἡ ἀστυνομία στέκουν βουβά ἕτοιμα λές, νά παραπονεθοῦν γιά τή σκληρή τους ἐγκατάλειψι. Τό σχολεῖο, ἡ ἐκκλησία στή μέση τοῦ χωριοῦ λίγα δάκρυα δέχονται ἀπό τόν κάθε φεύγοντα Ζαλουφιώτη. Τί ἄλλο μποροῦν νά κάμουν; Εἶναι ἡ μόνη διαβεβαίωσις πώς ὅπου καί ἄν πᾶνε θά ἔχουν σ' αὐτά στραμμένη τήν ψυχή τους. Ἐπῆραν μόνον τίς εἰκόνες, τίς κανδῆλες καί ὅ,τι ἄλλο ἱερό γιά νά κτίσουν μιά νέα ἐκκλησία στό ὄνομά της καί δίπλα στό σχολειό, ἄν ποτέ μοίρα κακή θελήσῃ νά τούς κρατήσῃ μακρυά. Στόν ἀνεμόμυλο, ἔξω ἀπό τό χωριό, ἐσμίξαμε μέ πολλά ἄλλα ἁμάξια. Ἐπήραμε τό δρόμο πρός τόν Ἕβρο καί ἐβαδίζαμε σιγά-σιγά σάν νεκρική πομπή. Στό Κούρτ-Τεπέ, ἕνα τούρκικο χωριό πάνω σέ ὕψωμα μᾶς βρῆκε τό ξημέρωμα μέ βροχή. Καί ἐνῷ παιδευόμαστε νά βγάλωμε τό μεγάλο ἐκεῖνο ἀνήφορο, φωνές ἀκοῦμε καί κλάματα ἀπό πίσω. Γυναῖκες μέ ξέπλεκα τά μαλλιά τους, παιδιά τρομαγμένα κρατώντας στό χέρι ἕνα ροῦχο, μιά εἰκόνα, ὅ,τι πολύτιμο καθένας ἅρπαξε, τρέχουν φωνάζοντας: "Φευγᾶτε! Ἔρχονται! Ἦλθαν στό χωρίο οἱ Τοῦρκοι"! …
Πολλοί ἀφήνουν τ' ἁμάξια καί τρέχουν μπρός. Ἕτοιμοι κι ἐμεῖς. Τήν στιγμή ἐκείνη φτάνει λαχανιασμένος μαζύ μέ πολλά γυναικόπαιδα ὁ Παπαπόστολος τοῦ χωριοῦ μας. Στό ἀριστερό του χέρι ἐβάστα ἕνα σταυρό καί στό δεξί του ἕνα πιστόλι: "Σταθῆτε λέει, δέν εἶναι τίποτε. Λίγα σκυλιά ἦταν ἀπ' τά γύρω χωριά, τά ξέκανε τό στρατιωτικό ἀπόσπασμα πού κοιμήθηκε στό σχολεῖο μας". Ξεκινήσαμε. Ἀλλ' ὁ πανικός ἐκεῖνος ἀπεθράσυνε τόν ἐχθρό πού παρακολουθοῦσε τά πάντα ἀπ' τά κοντινά χωριά. Σέ λίγο βρήσκομε πάνω στό δρόμο ἕνα στρατιώτη σκοτωμένο, ἀσφαλῶς, ἀπ' αὐτούς. Πιό πέρα στό Τσακμάκι (τούρκικο χωριό) ἐπεχείρησαν νά μᾶς κόψουν τό δρόμο. Εὐτυχῶς γιά μᾶς, φαντάροι πού εἶχαν γλυτώσει ἀπ' τή μπόρα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί συνώδευαν τούς δικούς των, τούς ἐπετέθησαν. Συνεχίσαμε καί περνώντας καί τό τελευταῖο ὕψωμα βραθήκαμε στή μεγάλη κοιλάδα τοῦ Ἕβρου. Δεξιά ἡ μεγάλη σιδηροδρομική γέφυρα Κωνσταντινούπολις –Πύθιον. Ἀριστερά ἡ ἱστορική ὁδική γέφυρα. Ἐμπρός ὁ Ἕβρος μέ τά θολά νερά του. Ἀντιπέρα ἡ Δυτική Θράκη κάτω ἀπό μαῦρα σύννεφα. Ἀριστερά καί ἡ μεγάλη Ἐγνατία Ὁδός πού ξεκινᾶ ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη περνᾷ ἀπό τήν ὁδική γέφυρα καί καταλήγει στήν Θεσσαλονίκη καί στό Δυρράχιο. Τήν Ἐγνατία αὐτή ὁδό ἀκολουθώντας ἀπό τά ἐνδότερα τῆς Θράκης τό μεγαλύτερο τῶν ἐκπατριζομένων φθάνει ἀδιάκοπο, ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων, ζώων, ἁμαξιῶν καί χύνεται στήν πρό τῆς γέφυρας κοιλάδα τοῦ Ἕβρου γιά νά περιμένῃ ἐκεῖ μεσάνυχτα κάτω ἀπό βροχή μές στίς λάσπες μέ τήν ἀπειλή τοῦ ἐχθροῦ καί τοῦ ξεχειλίσματος τοῦ Ἕβρου. …
Δυστυχισμένοι Θρᾶκες! Ποτέ δέν ἐχαρήκαμε. Αἰῶνες ἐζήσαμε στή σκλαβιά. Ἐλαχταρήσαμε πάντοτε τήν ἐλευθερία! Σάν ὄνερο τή νοιώσαμε γιά λίγο φεῦ! Καί τώρα καταδιωγμένοι, ἀφήσαμε τά πάντα, καί ἐδῶ στήν ἀλησμόνητη αὐτή κοιλάδα τῶν κλαυθμῶν μας, στό γεφύρι πού θἆναι ἡ φαρμακωμένη ἀνάμνησίς μας, ἀγωνιοῦμε νά προσφύγωμε στή φιλόστοργη ἐλεύθερη Ἑλλάδα, ταπεινωμένη κι' αὐτή. …

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου