Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Μαρτυρίες και ανταποκρίσεις (15)


¨       Μαρτυρία τοῦ Ἀναστασίου Κ. Βαλιούλη, ἀπό τό βιβλίο του  "Ὁ διωγμός τῶν Σκοπιανῶν Ἀνατολικῆς Θράκης", Θεσσαλονίκη 1985

Δυστυχῶς ὅμως αἱ ἡμέραι τῆς χαρᾶς καί τῶν διασκεδάσεων παρῆλθον ὡς ὄνειρον καί μαῦρα σύννεφα ἤρχισαν καί πάλιν νά ἀναφαίνωνται εἰς τόν ὁρίζοντα τῆς μόλις ἀπελευθερωθείσης Θράκης μας. Αἱ φῆμαι, κατά τάς ὁποίας αἱ Εὐρωπαϊκαί Δυνάμεις δέν θά ἡμπόδιζον τήν Τουρκίαν νά ἀνακαταλάβῃ τήν Θράκην, μᾶς ἔκαμαν νά τρέμωμεν καί νά σκεπτώμεθα κατά ποῖον τρόπον θά ἠδυνάμεθα νά ἀποκρούσωμεν ἕνα τοιοῦτον κίνδυνον. Διά τόν λόγον αὐτόν, κατά τόν μῆνα Μάρτιο τοῦ 1922 συνεκροτήσαμεν καί ἐν Σκοπῷ συλλαλητήριον, εἰς τό ὁποῖον συμμετέσχον καί οἱ Τοῦρκοι τῶν χωρίων τοῦ Δήμου Σκοποῦ, καί κατά τό ὁποῖον διεμαρτυρήθημεν διά τήν μελετωμένην ὑπό τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἀδικίαν, πρός τάς ὁποίας ἀπεστείλαμεν καί σχετικόν ψήφισμα.
Δυστυχῶς ὅμως, ὅπως εἶναι γνωστόν εἰς ὅλους μας, αἱ μέν Μεγάλαι Δυνάμεις ἔφραξαν τά ὧτα των καί ἐπερίμεναν μέ κρυφήν χαράν τήν καταστροφήν μας, οἱ δέ κυβερνῶντες τήν Ἑλλάδα δέν ἐννοοῦσαν νά ἀλλάξουν τήν στρεβλήν πολιτικήν των, καθ' ὅν χρόνον ἡ κεμαλική προπαγάνδα ἀνενοχλήτως ὡργίαζεν εἰς τήν Θράκην. Ἀνησυχία ἤρχισε νά καταλαμβάνῃ ὄχι μόνον ἡμᾶς τούς Σκοπιανούς, ἀλλά καί ὅλους τούς ἄλλους Θράκας, διά τήν ἀπό ἡμέρας εἰς ἡμέραν χειροτέρευσιν τῆς ἐν Θράκῃ καταστάσεως. Καί οἱ φόβοι μας πολύ γρήγορα, δυστυχῶς ἐπαλήθευσαν. …
Κατόπιν τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, δέν ὑπῆρχε πλέον ἀμφιβολία, ὅτι θά ἐγκατελείπομεν καί μάλιστα πολύ γρήγορα τήν γῆν τῶν πατέρων μας, τήν Θράκην. Αἱ ὁλίγαι ἡμέραι τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου τοῦ ἀπαισίου 1922, μέχρι τῆς ὑπογραφῆς τῆς ἀνακωχῆς Μουδανίων, περνοῦν πολύ βραδέως καί μελαγχολικαί. Ἦτο ἡ 30ή Σεπτεμβρίου 1922 καί ἐγώ κατέβαινα ἀπό τό σπίτι μου νά ὑπάγω εἰς τήν Δημαρχίαν, διά τήν μεταμεσημβρινήν ἐργασίαν. Καθ' ἥν δέ στιγμήν ἐπερνοῦσα ἀπό τήν Πλατείαν Ἐλευθερίας καί τό ὡρολόγιον τῆς πόλεως ἐσήμαινε τήν 13ην ὥραν, ἤκουσα ἕνα στρατιώτη ὑπηρετοῦντα εἰς τόν ὁπτικόν τηλέγραφον τοῦ Σκοποῦ, νά ἐρωτᾶ ἕτερον συνάδελφόν του, ἐάν θά ἤρχοντο μέχρι ἑσπέρας καί ἄλλα στρατιωτικά κάρα, διότι ἐβιάζετο νά φροντίσῃ διά τήν ἀποστολήν τῆς συσκευῆς τοῦ ὁπτικοῦ τηλεγράφου εἰς Σαράντα Ἐκκλησίας. Ὅταν ἐγώ παρετήρησα, ὅτι καθημερινῶς ὑπάρχει τακτική συγκοινωνία μέ τάς Σαράντα Ἐκκλησίας καί ὅτι δέν ἀποκλείεται νά ἔλθωσι μέχρι ἑσπέρας καί ἄλλα στρατιωτικά κάρα, ὁ στρατιώτης κινήσας περιλύπως τήν κεφαλήν του, μέ ἐψιθύρισε μυστικά, ὅτι "τά πάντα τελείωσαν, ὑπεγράφη ἡ ἀνακωχή καί φεύγομεν ἀπό τήν Θράκην". Πρίν δέ προφθάσω νά συνέλθω ἀπό τό ἀνέλπιστον αὐτό ἄγγελμα τῆς ἀνηκούστου καί νέας συμφορᾶς μας, τρία βήματα παρέκει καί ἐμπρός εἰς τήν Πύλην τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, εἶδα νά μέ προσκαλῇ ὁ γλυκύς καί εὐγενής στούς τρόπους τηλεγραφητής Ἀνδρέας Παπαθεοδώρου, ὁ ὁποῖος πρίν ἥ μοί ἐγχειρίση τό κάτωθι τηλεγράφημα μοί εἶπε: "ιντε καϋμένε Ἀναστάσιε ἑτοίμασε τά μπαοῦλα σου νά φεύγῃς ἀπ' τήν Θράκην πάλιν" ἐνῶ ἀπό τά μάτια του ἔτρεχαν τά δάκρυα βροχηδόν. ….
Μετά τήν ἀνάγνωσιν τοῦ θλιβεροῦ τηλεγραφήματος μετέβην εἰς τήν Δημαρχίαν, ὅπου ἔγραψα μερικά ἀντίγραφα αὐτοῦ καί τά ἀπέστειλα πρός τοιχοκόλλησιν. Ἐκείνην τήν ἡμέραν ὁ δήμαρχος εἶχε μεταβῆ εἰς Σαράντα Ἐκκλησίας, ὅπως πληροφορηθῇ νεώτερόν τι περί τῆς καταστάσεως. Ἀλλά τά νεώτερα, δυστυχῶς, τά εἴχομεν μάθει ἡμεῖς. Μετά τινά λεπτά τῆς ὥρας, ἀπό τῆς τοιχοκολλήσεως τοῦ τηλεγραφήματος, ἤρχισε τό πλῆθος νά συρρέῃ εἰς τήν Δημαρχίαν καί νά ζητῇ περισσοτέρας πληροφορίας.
Ἀστυνομικοί, στρατιωτικοί, ἰατροί, ἱερεῖς, διδάσκαλοι καί ὅλοι ἐν γένει οἱ Σκοπιανοί ἔτρεχον εἰς τήν Δημαρχίαν, νομίζοντες, ὅτι ἐγώ ἤμην εἰς θέσιν νά τούς διαφωτίσω καλλίτερον διά τήν καταστασίν μας. Ἀλλά τί ἠδυνάμην νά εἴπω; Τό μόνον πού τούς ἔλεγα ἦτο: ὅτι θά φύγωμεν ἀπό τήν Θράκην ὅτι αὐτή εἶναι ἡ πραγματικότης καί ἡ μόνη ἀλήθεια.
Καί τό πλῆθος, ἐκεῖνο, τό ὁποῖον εἶδε καί ὑπέφερε τετραετή ἀμείλικτον διωγμόν, τόν ὁποῖον ἐδεκατίσθη, ἐσφάγη, ἠτιμάσθη, ἐπείνασε, ἐλαχτάρησε καί ἐμαρτύρησε καί τό ὁποῖον δέν ἐπρόφθασε νά αἰσθανθῇ καί νά χαρῇ τήν ἐλευθερίαν του, συντετριμμένο καί βωβό, ἤκουσε τώρα, χωρίς νά δακρύσῃ τήν νέαν του καταδίκην, εἰς τήν ὁποίαν τό κατεδίκασαν οἱ σκληροί κριταί τῆς Εὐρώπης!
Μετά τέσσαρας δέ ὥρας ἐλάμβανον τό ὑπ' ἀριθμ. 5150/330 τηλεγράφημα τοῦ Νομάρχου Σαράντα Ἑκκλησιῶν, ἔχον οὕτω:
"Δήμαρχον Σκοποῦ,
Παρακαλοῦμεν καταβληθῆ πάσα ὑμῶν προσπάθεια καί μέριμνα πρός τήρησιν τῆς τάξεως καί ἀποφυγήν παντός ἀδικήματος Stop. Κατά προσώπων ἤ περιουσίας Stop. Ὑπό παρούσας συνθήκας ἐπικαλούμεθα πατριωτισμόν Ὑμῶν, ὅπως περιφρουρηθῇ τάξις καί ἀσφάλεια καί ἀποχωρήσωσιν ὁμοεθνές ἐν ἡσυχία, εἰς οὗς χορηγήσατε πάσαν δυνατήν συνδρομήν εἰς ἐξεύρεσιν μεταγωγικῶν μέσων.
Νομάρχης Μπαμπάκος"

Καί τήν ἄλλην ἡμέραν, πρώτην Ὀκτωβρίου τοῦ 1922 ἔτους, ὅλοι ἐκινήθησαν ἀμέσως πρός ἀναχώρησιν, πρός ἐκπατρισμόν. Δυστυχῶς δέν ἠθέλησαν νά ἀκολουθήσουν τάς συμβουλάς μας καί νά μεταφέρωσι μέ τά ἁμάξια των, κατά πρῶτον, ὅλας των τάς ἀποσκευάς μέχρι τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ τῶν Σαράντα Ἐκκλησιῶν καί κατόπιν τάς ἀποσκευάς τῶν ἄλλων Σκοπιανῶν, οἱ ὁποῖοι δέν εἶχαν ἁμάξια. Ἐάν ἐγίνετο αὐτό καί μετεφέροντο τά ἔπιπλα καί αἱ ἄλλαι ἀποσκευαί τῶν Σκοπιανῶν εἰς τόν σταθμόν, τότε θά ἦτο δυνατή ἡ μεταφορά ὄχι μόνον σιτηρῶν ἀλλά καί πάσης ἄλλης πολυτίμου κινητῆς περιουσίας μας μέχρι τῶν Σαράντα Ἑκκλησιῶν, ὁπόθεν σιδηροδρομικῶς θά ἐκομίζοντο εἰς Ἑλλάδα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δέν θά ἐγκατελείπετο ἐντός δύο ἡμερῶν ὁ Σκοπός, δέν θά ἐπήρχετο ὁ ἀκουλουθήσας πανικός, οὔτε ἡ ἐκτατάλειψις τόσης πολυτίμου κινητῆς περιουσίας, δέν θά ἐβασανίζοντο τόσον πολύ οἱ ἁμαξᾶδες καί δέν θά ἐδοκίμαζον τόσην ἀγωνίαν οἱ μή ἔχοντες μεταφορικάς μέσα.
Δύο ἑβδομάδες εἴχομεν εἰς τήν διάθεσίν μας μέχρι τῆς ταχθείσης προθεσμίας διά τήν ἐκκένωσιν τῆς δευτέρας ζώνης, εἰς τήν ὁποίαν ὑπήγετο καί ὁ Σκοπός καί αὐταί μᾶς ἦσαν ἀρκεταί. Ἀλλά κανείς δέν ἤθελε νά σκεφθῇ τέτοια πράγματα καί νά φανῇ ψύχραιμος καί λογικός εἰς τήν κρίσιμον καί φοβεράν ἐκείνην ὥραν. Ὅσοι εἶχαν ἁμάξας, ἐνόμιζον οἱ δυστυχεῖς, ὅτι εἰς μίαν καί μόνην ἡμέραν θά ἔφθαναν ἤ μᾶλλον θά ἐπετοῦσαν πέραν τοῦ Ἕβρου, ὅπου θά ἐτελείωναν τά βάσανά των. Ἀφ' ἑτέρου δέ προσεπάθουν νά σωθῶσι μόνοι αὐτοί καί ἄν ἀφήσωσι τούς ἄλλους τούς στερουμένους μεταφορικῶν μέσων, ἕρμαια τῆς τύχης των, δεικνύοντες οὕτω τήν χαιρεκακίαν των. Οἱ δυστυχεῖς! Ἐθεωροῦσαν ὅλους τούς Ἕλληνας, ὡς πταίστας καί συντελεστάς τῆς πρωτοφανοῦς καί μεγάλης ἐθνικῆς μας συμφορᾶς. Ἀλλά ἀργότερον ἐνόησαν πόσον ἠπατήθησαν. Διότι φεύγοντες ἐκ Σκοποῦ, ἐφόρτωσαν εἰς τάς ἁμάξας τά ἀπαραίτητα ἐφόδια, ὀλίγον ἄλευρον, ἕνα δύο σακκιά σιτάρι, μερικά σκεύη διασωθέντα ἀπό τήν πρώτη προσφυγιά ἤ ἀγορασθέντα μετά τήν εἰς Σκοπόν παλιννόστησίν μας. Καί αὐτά τά ὁλίγα μεταφέροντες μέχρι τῆς Δυτικῆς Θράκης ὡδοιπόρησαν καί αὐτοί καί τά τέκνα τῶν ὁλόκληρα ἡμερονύκτια μέσα εἰς λάσπες καί ἀδιάβατα ἕλη καί τέλματα. Εἶναι σωστόν μαρτύριον ἡ περιπετειώδης ἐκδρομή τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι δέν ἠθέλησαν, δυστυχῶς, νά ἀκούσωσι τούς μεγαλυτέρους των. Ἐάν ἐπί δύο ἑβδομάδες μετέφερον τά πράγματά των ἡσύχως καί ἐλευθέρως εἰς τόν σιδηροδομικόν σταθμόν Σαράντα Ἐκκλησιῶν, θά τούς ἔμενε καιρός νά μεταφέρωσι καί τῶν ἄλλων Σκοπιανῶν τά ἔπιπλα ἐπί ἁδρά πληρωμή. Δέν θά ἐπήρχετο ἡ ἐπακολουθήσασα σύγχυσις καί ὁ πανικός καί μετά τήν εὔκολον μεταφοράν τῶν ἀποσκευῶν καί σιτηρῶν τοῦ Σκοποῦ, θά ἠδύνατο νά πάρουν τά ἁμάξας των κενάς, χωρίς νά σπάσουν εἰς τόν δρόμον, νά βάλουν τά παιδιά των εἰς αὐτά καί νά φθάσουν εἰς τήν Δυτικήν Θράκην εὐκολώτερα, ἀφοῦ προηγουμένως θά ἄφηναν ἕνα ἤ δύο ἰδικούς των εἰς τόν σιδηροδρομικόν σταθμόν νά φροντίσωσι διά τήν φόρτωσιν τῶν ἀποσκευῶν των.
Ἀλλ' αὐτό, δυστυχῶς, δέν ἔγινε διά τούς ἀνωτέρω λόγους. Καί ἐντός δύο ἡμερῶν, ὅσοι εἶχαν ἁμάξας, ἀνεχώρησαν βιαστικοί, ὡσάν νά τούς ἐσάλπιζε κανείς σαλπιγκτής ἀπό τά οὐράνια. "Φύγετε νά σωθῆτε", προκαλοῦντες ὅπως εἴπομεν τόν πανικόν καί τήν ἀπελπισίαν εἰς τάς τάξεις τῶν ἄλλων Σκοπιανῶν.
Τί κρῦαι ὧραι καί στιγμαί μαύρης ἀγωνίας! Οἱ στρατιωτικοί εἶχον ἐπιτάξει τουρκικά κάρα διά τάς ἀνάγκας τοῦ Στρατοῦ καί δέν ἤθελαν νά μᾶς ξοδεύουν, οὔτε καί νά διαθέσουν ἔστω καί ἕνα κᾶρον διά τήν εἰς Σαράντα Ἐκκλησίας μεταφοράν τῶν οἰκογενειῶν τοῦ Σκοποῦ. Διά τοῦτο καί οἱ Σκοπιανοί ἐξεχύθησαν εἰς τά πέριξ τουρκοχώρια, ἔπαιρναν τά ἁμάξια τῶν χωρικῶν καί ἐφρόντιζον νά μεταφέρωσι μόνοι τάς ἀποσκευάς των.
Ὑπῆρχον ὅμως καί οἱ μή δυνάμενοι νά τρέχουν πρός εὕρεσιν ἁμαξῶν. Εἰς μάτην διεμαρτυρόμεθα εἰς τήν Νομαρχίαν Σαράντα Ἐκκλησιῶν καί τήν Γενικήν Διοίκησιν Θράκης. Ἀλλά ποῖος ἤθελε νά μᾶς ξεύρῃ; Εἴχομεν τηλεγραφήσει καί εἰς τόν διοικητήν τοῦ Στρατοῦ Προκαλύψεως ταγματάρχην Δημητρίου, ἕνα ἀληθινόν λεβέντην Σπαρτιάτη, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νά μᾶς ἀπαντήσῃ ἀμέσως, ὅτι δυστυχῶς δέν ᾐδύνατο νά κάμῃ τίποτε ὑπέρ ἡμῶν, ἀλλά καί πάλιν ὑπέσχετο, ὅτι εὐκαιρίας δοθείσης θά ἔσπευδε νά μᾶς βοηθήσῃ.
Κατόπιν δέ τῶν ἀπελπιστικῶν καί συνεχῶν τηλεγραφικῶν ἐκκλήσεών μας πρός τήν Νομαρχίαν, κατωρθώθῃ, ὅπως αἱ στρατιωτικαί ἀρχαί ὁρίσωσιν ἀριθμόν τινά ἁμαξιῶν, διά τήν μεταφοράν τῶν Σκοπιανῶν. Καί πραγματικῶς αἱ ὑπό τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν διατεθεῖσαι ἅμαξαι μετέφερον ὅλας τάς οἰκογενείας τῶν Σκοπιανῶν μέχρι τῆς 8ης Ὀκτωβρίου 1922, χωρίς κανέν ἀπευκταῖον.
Ἐγώ ἔμεινα μέχρι τῆς ἑσπέρας τῆς Παρασκευῆς, 7ης Ὀκτωβρίου 1922. Ἡ ἥμερη καί γλυκιά ὄψις τοῦ Σκοποῦ μετεβλήθη κατ' ἀρχάς εἰς μελαγχολικήν καί κατόπιν ἔγινεν ἀγρία καί φοβερά.
Ὅλα τά σπίτια καί τά καταστήματα ἔμεναν ἀνοικτά καί ἦσαν εἰς τήν διάθεσιν παντός διερχομένου ἐκεῖθεν Σκοπιανοῦ ἤ ξένου. Τά κρασομάγαζα ἀνοικτά καί τά κρασιά χυμένα. Οἱ δρόμοι γεμᾶτοι ἀπό διάφορα ἔπιπλα, τά ὁποῖα ἤ τά ἄφηναν οἱ νοικοκυραῖοι των, διότι ἦσαν βαρειά ἤ σπασμένα, ἤ άλλοι τά ἐπέταξαν ἐξ ἁπλῆς ἰδιοτροπίας. Αἱ ἀποθῆκαι ἐπίσης ἀνοικταί καί τά σιτηρά σκορπισμένα παντοῦ. Ὁποία ἀπαισία εἰκών! Ἡ μεγάλη μας ἐκκλησία, αὐτήν τήν φοράν, ἔμεινε μαύρη καί χωρίς ἔπιπλα καί εἰκόνας, τάς ὁποίας ἡ ἐπιτροπή ἐφρόντισε νά ἀποστείλῃ εἰς τόν σταθμό Σαράντα Ἐκκλησιῶν.
Ω! πόσον μικρή ἦτο ἡ χαρά μας! Καί ὁ πανύψηλος καί μολυβδοσκεπασμένος τροῦλλος τῆς ἐκκλησίας, ἐπάνω εἰς τόν ὁποῖον ἐκυμάτισεν ἐπ' ὀλίγον ἡ μεγάλη μας κυανόλευκος, ἔμενε τώρα σκυθρωπός, ὑπό τό βάρος τῶν μαύρων καί ἀπειλητικῶν νεφῶν, τά ὁποία ἤρχονται νά χύσωσι τά δάκρυά των καί νά ἀπαλύνωσι τόν πόνον του… Ἀλλοίμονον! Ὁποία οἰκτρά διάψευσις τῶν ἐλπίδων καί τῶν ἐθνικῶν ὀνείρων μας! Ἦτο γραμμένον δι' ἡμᾶς, κατά τόν εἰκοστόν αἰῶνα, τόν αἰῶνα τῶν φώτων, τοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς ἐλευθερίας, νά ἴδωμεν τήν ἐκ νέου ὑποδούλωσιν τῆς μόλις ἀπελευθερωθείσης πατρίδος μας καί τό ξερρίζωμά μας ἀπό τά ἀγαπητά μας ἐδάφη, εἰς τά ὁποία οἱ πατέρες ἡμῶν ἐπί χιλιετηρίδας ὅλας ἔζησαν καί ἐθαυματούργησαν. Καί ἔπρεπε νά φύγωμεν ἀδόξως, χωρίς νά ἔχωμεν τό δικαίωμα νά ρίψωμεν ἔστω καί ἕναν πυροβολισμόν, διότι ἔτσι τό ἤθελαν οἱ Φράγκοι! Κατάρα εἰς τούς καλοθελητάς μας Φράγκους καί τούς ἄλλους πρωτεργάτας τῆς πρωτοφανοῦς καί ἀδίκου ταύτης ὑποδουλώσεώς μας.
Μικρά στρατωτική καί ἀστυνομική δύναμις ἐφρούρει ἀκόμη τόν Σκοπόν. Ὁ τηλεγραφητής παρέμεινεν εἰς τήν θέσιν του. Τήν ἑσπέραν τῆς 6ης πρός τήν 7ην Ὀκτωβρίου 1922 ὑπῆρχον εἰσέτι εἰς τόν Σκοπόν 37 οἰκογένειαι, ἐγκατεσπαρμένοι εἰς τάς τέσσαρας ἐκτεταμμένας συνοικίας. Ὦ! πῶς ἐπεράσαμεν τήν ἀπαισίαν καί μαύρην ἐκείνην νύκτα! Θεέ μου! Εἰς τήν ἐνθύμησιν ἐκείνης τῆς ἀλησμονήτου μαύρης νυκτός ἤ μᾶλλον κολάσεως, ἀκόμη καί τώρα ἀνατριχιάζω. Καί δέν ἦτο νά μή φοβηθῇ κανείς! οἱ σκύλοι μέ τά μέχρι πρωΐας συνεχή καί ἀπαίσια οὐρλιάσματα αἱ γάται μέ τά ἄγρια νιαουρίσματα καί οἱ ριπτόμενοι κατ' ἀραιά χρονικά διαστήματα πυροβολισμοί ὑπό τῶν μεθυσμένων στρατιωτῶν, παρουσίαζον μίαν φοβεράν συναυλίαν, ἡ ὁποία ἐπάγωνε τό αἷμα εἰς τάς φλέβας μας. Τήν ἡμέραν εἶχαν συμβῆ καί δύο πυρκαϊαί, αἱ ὁποῖαι κατεσβέσθηκαν ἐγκαίρως ὑπό τῶν στρατιωτῶν. …
Εὐτυχῶς τό ἀπόγευμα τῆς Παράσκευῆς 7/20 Ὀκτωβρίου 1922 εἴχομεν ἀναχωρήσει, πλήν τριῶν ἤ τεσσάρων οἰκογενειῶν, οἱ ὁποῖαι ἤλθον τήν ἄλλην ἡμέραν. Ἀκριβῶς δέ τήν ὥραν πού ἐφεύγομεν ἀπό τόν ἀγαπητόν μας Σκοπόν, ὁ ἥλιος ἔκλινε πρός τήν δύσιν του καί διά τελευταίαν φοράν – ὦ τί κρίμα! – ἐβλέπομεν νά χρυσώνῃ τόν τροῦλλον καί τά κωδωνοστάσια τῆς ἐκκλησίας μας καί μετ' ὀλίγον, ἕως ὅτου νά φθάσωμεν εἰς τό ποτάμιον τῆς Γούρνας, εἶχε δύσει πλέον. Σκότος ψηλαφητόν μας εἶχε καταλάβει τώρα καί ὁ μονότονος τριγμός τῶν ἁμαξιῶν πληγώνει τάς αἱματωμένας καρδίας μας. Ἔξαφνα τά ἁμάξια σταματοῦν εἰς τόν δρόμον, διότι ἕνα ἀπό αὐτά ἔσπασεν. Εὐτυχῶς δέν ἔχομεν νά φοβηθῶμεν, διότι πλησίον μας παραστέκουν οἱ Ἕλληνες στρατιῶται, ἄγγελοι παρήγοροι, κλαίοντες καί συμπονοῦντες μαζί μας.
Ξεκινᾶ καί πάλιν ἡ σειρά τῶν ἁμαξιῶν καί χωρίς ἄλλα ἐπεισόδια φθάνει εἰς τό τουρκοχώριον Κιζικλίκι (Κρανιά). Ἐδῶ σταθμεύομεν ἐπί δύο ὥρας διά νά ξεκουρασθῶσι τά ὑποζύγια. Ξαπλωνόμεθα ἐπάνω στά χώματα καί στίς λάσπες, διά νά κοιμηθῶμεν. Αἱ συγκινήσεις, τά ἀνέλπιστα τραγικά γεγονότα, ὁ κόπος, ἡ σκοτεινιά τῆς φθινοπωρινῆς νυκτός, ἐπιδρῶσιν ἐπί τῆς ψυχῆς μας καί παραδιδόμεθα ἄνευ ὅρων εἰς τά ἀγκάλας τοῦ Μορφέως. Καί κοιμώμεθα οἱ δυστυχεῖς διά τελευταίαν φοράν στά χώματα τῆς πατρίδος μας. Ἀλλά, δυστυχῶς, πρίν ἤ χορτάσωμεν τόν γλυκύν ὕπνον ὁ ἐπί κεφαλῆς τῶν στρατιωτῶν εὑρισκόμενος δεκανεύς μᾶς παρακαλεῖ νά ξεκινήσωμεν διά νά φθάσωμεν ἐνωρίς εἰς τόν σιδηροδρομικόν σταθμόν τῶν Σαράντα Ἐκκλησιῶν.
Βαδίζοντες τόν δημόσιον δρόμον καί προστατευόμενοι ἀπό τό σκότος τῆς νυκτός, ἐφθάσαμεν περί τήν χαραυγήν εἰς τόν σιδηροδρομικόν σταθμόν. Εἰς τόν δρόμον βλέπομεν καραβάνια ἁμαξῶν ἐκ Βιζύης, Βρύσεως, Γέννης καί ἄλλων θρακικῶν πόλεων καί χωρίων τά ὁποῖα πρός στιγμήν ξεκουράζονται δύο βήματα ἔξωθεν ἀπό τόν δρόμον. Στήν ἀγκαλιά τῆς ψυχρᾶς καί σκοτεινῆς νυκτός, ἄλλοι κοιμῶνται, ἄλλοι ἀναπαύονται καί ἄλλοι γύρω στή φωτιά διηγοῦνται διαφόρους ἱστορίας, διά νά ξεχάσουν τόν σκληρόν καί ἀκοίμητον πόνον τοῦ ἐκπατρισμοῦ. Καί ὁ δρόμος ἐκεῖνος εἶναι μία συνεχής ἄλυσις ἀπό ἀνθρώπους καί ἁμάξας. Εἰς τόν σταθμός βλέπομεν σωρούς ἀποσκευῶν, ἐπίπλων, σιτηρῶν, ξυλείας καί παντός εἴδους ἀπαραιτήτων πραγμάτων εἰς τήν ἀνθρώπινην ζωήν, ἐδῶ μένομεν τρεῖς ἡμέρας, μέχρις ὅτου, οἱ σφαγεῖς μας Εὐρωπαῖοι, ἐπιτρέψωσι τήν διάθεσιν βαγονίων διά τήν εἰς Ἑλλάδα μεταφοράν μας. Τήν τρίτην ἡμέραν, πρίν ἥν ἀναχωρήσωμεν φθάνει ἀπόσπασμα γαλλικοῦ στρατοῦ, πρός διατήρησιν τῆς τάξεως. …
Ἀλλ' ὁ συρμός ξεκινᾶ, καθ ὅν χρόνον ὁ ἥλιος ἔκλινε πρός τήν δύσιν τοῦ καί ἡ βροχή μᾶς περιλούει. Εἶναι, ὡς φαίνεται, τά δάκρυα τοῦ θρακικοῦ μας οὐρανοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπίσης πενθεῖ καί κλαίει διότι μᾶς ἀποχωρίζεται. Φεύγομεν! Εἰς κάθε σταθμόν ὅμως καί εἰς κάθε σημεῖον τοῦ δρόμου μᾶς παραστέκει ἄγρυπνος φρουρός ὁ Ἕλλην στρατιώτης καί αὐτό μᾶς ἀνακουφίζει καί μᾶς παρηγορεῖ. Τήν ἄλλην ἡμέραν εἴχομεν φθάσει ἀσφαλῶς εἰς τήν Ἀλεξανδρούπολιν. …
Εἰς τήν Ἀλεξανδρούπολιν παρεμείναμεν ἐπί 24 ὅλας ἡμέρας, χωρίς νά δυνηθῶμεν ν' ἀναχωρήσωμεν. Ὁ σιδηροδρομικός σταθμός τῆς Ἀλεξανδρουπόλεως μετεβλήθη εἰς μίαν μεγαλούπολιν. Σκηναί μεγάλαι καί μικραί, καλύβαι πρόχειροι μέ λαμαρίνες ἀνεφάνησαν ἐν μία στιγμή καί ἡ Ἀλεξανδρούπολις ἀπείκτησε πληθυσμόν πενταπλάσιον τοῦ ὅσου εἶχε πρότερον. Εἰς τόν ὡς ἄνω πληθυσμόν δέν συμπεριλαμβάνονται οἱ ἐπί μίαν ἤ δύο ἡμέρας σταθμεύοντες ἐνταῦθα ἁμαξάδες πρόσφυγες. Ἐδῶ φθάνουν ὅλοι οἱ ἐκ Θράκης ἐρχόμενοι σιδηροδρομικῶς, ὁδικῶς καί θαλασσίως. Ἡ Ἀλεξανδρούπολις ἀπέβη ὁ τόπος συγκεντρώσεως τῶν εἰς Ἑλλάδα προσφευγόντων Θρακῶν καί τό σημεῖον τῆς ἐκκινήσεως διά τήν εἰς τά ἐνδότερα κάθοδον αὐτῶν. Καί μέσα εἰς τό πλῆθος τῶν ἐξακοσίων χιλιάδων Θρακῶν ἀνεμίχθησαν καί οἱ Σκοπιανοί. …
Ἕν ἔτος παρέρχεται. Κατ' αὐτό οἱ πρόσφυγες κατορθώνουν νά μάθουν τά μέρη, εἰς τά ὁποία εὑρίσκονται οἱ συγγενεῖς καί οἱ ὁμοχώριοί των. Σιγά σιγά, ἀρχίζουν νά διαρρέουν καί νά μετακινῶνται πρός τά ἐκεῖ, πλησίον τῶν συγγενῶν των. Καί τοιουτοτρόπως κατορθώνουν νά συγκεντρωθῶσιν εἰς ἕνα συνοικισμόν ἤ εἰς μίαν Πόλιν. Πολλοί δίδουν εἰς τούς συνοικισμούς τά ὀνόματα τῶν ἐν Τουρκία κοινοτήτων μέ τήν πρόσθετον λέξιν νέος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου