Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Μαρτυρίες και ανταποκρίσεις (5)


¨       Ἀνταπόκριση τοῦ Μέλβιλ Τσάτερ στό μηνιαῖο εἰκονογραφημένο περιοδικό "National Geographic Magazine," Νοέμβριος 1925, Οὐάσινγκτον.

Στίς 23 Σεπτεμβρίου, μία συμμαχική ἀπόφαση[1] ἀπέδωσε πάλι στούς νικητές Τούρκους τήν Ἀνατολική Θράκη, τήν ὁποία εἶχε προσαρτήσει ἡ Ἑλλάδα μέ τήν ὑπογραφή τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν. Αὐτή ἡ τριγωνική "πίσω αὐλή τῆς Κωνσταντινούπολης", ἁπλώνεται στά δυτικά μετά ἀπό 25 μίλια ἔξω ἀπό τήν Πόλη μέχρι τόν ποταμό Ἕβρο καί κατοικεῖται ἀπό 600.000 Ἕλληνες καί Τούρκους ἀγρότες σέ περίπου ἴσους ἀριθμούς.
Ἀνακοινώσεις πού πληροφοροῦσαν γιά διορία ἑνός μηνός γιά τήν ἀποχώρηση τῶν ἑλληνικῶν στρατευμάτων καί τήν εἴσοδο τῆς τουρκικῆς χωροφυλακῆς, ἀναρτήθηκαν γιά νά προλάβουν τή δημιουργία πανικοῦ.
Ὁ πανικός, ὅμως, ἦταν ἤδη παρών, τόσο ἀκατανίκητος ὅσο καί αὐτός πού ἐκδηλώθηκε στή Σμύρνη. Μέσα σέ μία ἑβδομάδα, οἱ Ἕλληνες τῆς Θράκης εἶδαν τόν Ἑλληνικό Στρατό νά ξηλώνει τίς κατασκηνώσεις τους καί νά βαδίζει πρός τή Δύση.
"Θά γυρίσετε πίσω;" ρωτοῦσαν οἱ ἀγρότες γεμᾶτοι ἀνησυχία.
"Ὄχι", ἦταν ἡ ἀπάντηση.
Ἔτσι, μέσα σέ μία ὥρα, χωριά ὁλόκληρα εἶχαν ἐρημωθεῖ. Τά κινητά ἀγαθά τῶν σπιτιῶν τους καί σάκκοι γεμᾶτοι σπόρους σταριοῦ φορτώθηκαν στά κάρα, τά βόδια ζεύτηκαν καί οἱ μικρές κοινότητες τράβηξαν πρός τή Δύση, μακρυά ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη.
Ἀπό χωριό σέ χωριό, ἡ θέα τοῦ στρατοῦ πού ἔφευγε, συγκλόνησε τίς γυναῖκες πού ἄλεθαν καί τούς ἄντρες πού λίχνιζαν μέ πάντα τήν ἴδια ἀντίδραση: τήν ἐγκατάλειψη τῆς ἀσχολίας τους, τό πέταγμα τῶν ἐργαλείων τους καί τό βιαστικό φόρτωμα τῶν κάρων γιά ἀναχώρηση πρός τά δυτικά.
Πολλές φορές κάποιος ντόπιος κρατικός ὑπάλληλος προσπάθησε νά τούς συγκρατήσει: "Γυρίστε πίσω! Μαζέψτε τή σοδειά σας! Ἔχουμε ἀκόμη ἕνα μῆνα καιρό!"
Ἡ ἀπάντηση ἦταν πάντα ἡ ἴδια μοιρολατρική καί τελεσίδικη:
"Ὄχι, ὅλα χάθηκαν! Πρέπει νά πᾶμε στήν παλιά Ἑλλάδα! "
Τό μήνυμα ἔφτασε παντοῦ, σ' ὅλη τήν πεδιάδα, ἡ φυγή ἄρχισε, τά ἀτελείωτα καραβάνια ἄρχισαν νά σχηματίζονται. Ψηλά ὁ οὐρανός ἔγινε μαῦρος. Μία ἐπίμονη βροχή ἄρχισε νά πέφτει, πλημμυρίζοντας τούς δρόμους καί γεμίζοντας λάσπες τά χωράφια, καθώς ἡ τεράστια χριστιανική Ἔξοδος πρός τήν Ἑλλάδα ἄρχισε νά κινεῖται ἀργά.
Στή Ραιδεστό, 28.000 πρόσφυγες κατέβηκαν ἀπό τά ὀρεινά γιά νά κατασκηνώσουν στήν ἀνεμοδαρμένη ἀκτή καί περιμένουν ἐκεῖ τά πλοῖα τῆς σωτηρίας στά πρόθυρα τοῦ λιμοῦ, ἐνῶ στά ἔρημα χωριά τους ἡ σοδειά σαπίζει μέσα στά χωράφια.
Πάνω ἀπό 60.000 πρόσφυγες πέρασαν μέσα ἀπό τήν Ἀδριανούπολη τίς πρῶτες ἕξη μέρες. Τόσο μεγάλη ἦταν ἡ βιασύνη πού ἀκολούθησε τίς φῆμες τῆς καταστροφῆς, οὔτε ὅσοι βρίσκονταν κοντά στήν Κωνσταντινούπολη ἔβλεπαν σ' ὅλη τους τήν πορεία δυτικά μόνο κινούμενα καραβάνια καί ἄδεια χωριά, ὅπου σέ λίγες ἡμέρες πεινασμένα σκυλιά καί γᾶτες κατασπάραζαν τά ψοφίμια.
Οἱ ἄντρες καί οἱ γυναῖκες πού προπορεύονταν πασχίζοντας νά μετακινήσουν τά κολλημένα στή λάση κάρα, ἦταν ὁπλισμένοι. Χιλιάδες κομιτατζῆδες καραδοκοῦσαν γιά νά κυνηγήσουν, νά γυμνώσουν καί νά σκοτώσουν τούς πρόσφυγες. Συχνά ἕνα ἁμάξι ἔφτανε στό Δεδέαγατς μέ τή γυναίκα νά τό ὁδηγεῖ καί τόν ἄνδρα νεκρό πάνω στά σακκιά μέ τό σιτάρι.

Μέρα–νύχτα, ἀλλά πάντα πρός τήν ἴδια κατεύθυνση, τό πλῆθος τῶν προσφύγων, πού τίς πρῶτες δώδεκα ἡμέρες ἔφτασε τίς 180.000, βάδιζε ἀργά πρός τά ἕλη στόν ἀπειλητικά φουσκωμένο Ἕβρο. Γιά λίγες ὧρες τά κατάκοπα βόδια ἐγκαταλείπουν τίς προσπάθειες καί ὁλόκληρη ἡ οἰκογένεια προσπαθεῖ νά κοιμηθεῖ ψάχνοντας γιά ζεστασιά πάνω στήν κοιλιά τοῦ βοδιοῦ πού ἀχνίζει. Τήν ἴδια ὥρα μέ σφυρίγματα καί ἀστραπές ἀπό τά φῶτα του, τό πολυτελές "'Εξπρές Ὄριαν", διακρίνεται στόν ὁρίζοντα. Κατόπιν, ἡ ἀργή σάν τῆς χελώνας κίνηση τῶν καταλασπωμένων κάρων καί τῶν κουρασμένων βοδιῶν ἐξακολουθεῖ πρός τόν Ἕβρο προτοῦ ἡ βροχή τόν κάνει ἀδιάβατο.
Ἀπό τίς ὄχθες τοῦ Ἕβρου, ὅπου οἱ δρόμοι καταλήγουν στή γέφυρα τοῦ Κάραγατς, ἤ ἀπό τά μπαλκόνια πού βλέπουν πρός τόν Ἕβρο, μπορεῖ κανείς νά δεῖ τήν τελευταία φάση τῆς φυγῆς˙ τή μέρα μέ τό φῶς, τήν ἀπέραντη πεδιάδα πού πάνω της ξετυλίγεται τό ἀτελείωτο φίδι ἀπό τήν Ἀνατολή πρός τή Δύση, τή μεγάλη γκρίζα πομπή μουσκεμένη ἀπό τή συνεχή βροχή˙ τή νύχτα τήν ταλαντευόμενη γραμμή τῶν φαναριῶν πάνω στό κατάμαυρο χάος, πού γύρω τῆς σηκώνονται τά μουγκρητά τῶν βοδιῶν, ἐνῶ ἀκούγονται τά ἀπότομα σφυρίγματα τῶν μαστιγίων, ὁ μονότονος ἦχος τῆς βροχῆς καί τά χιλιάδες τριξίματα ἀπό τούς ξύλινους τροχούς πού τρίβονται στούς ἄξονες τῶν κάρων.
Καί ἔτσι, 300.000 ψυχές πέρασαν τόν φουσκωμένο Ἕβρο καί διασκορπίστηκαν στή δυτική ὄχθη του.



[1]    Ἐννοεῖ τήν ἀπόφαση τοῦ Πουανκαρέ καί τοῦ Κῶρζον στό Παρίσι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου